Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

10 ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΘΕΜΑ...


ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΘΕΜΑ:

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Το πρόβλημα με την «κυρία» Ελένη, σύζυγο Παναγιώτη.



ΔΙΑΒΑΖΩ ΤΩΡΑ:


Απολύτως κατανοητή η αποχή των γυναικών από το σεξ.

Με 15 χρόνια επιπλέον εργασίας που έφαγαν στο κεφάλι από το Ασφαλιστικό και την εξίσωση των ορίων ηλικίας ανδρών και γυναικών, πώς να έχουν όρεξη;

Εκτός κι αν μέχρι τώρα έκαναν σεξ μόνο για να γίνουν μάνες και να συνταξιοδοτηθούν λόγω ανήλικου παιδιού, πλεονέκτημα που καταργήθηκε.

Π.ΣΩΚ.
28 Ιουλ | Ελευθεροτυπία
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.politika_paraskinia

29 Ιουλίου 2010 5:02 π.μ.
http://xairete.blogspot.com/2010/07/blog-post_4282.html

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Το πρόβλημα με την «κυρία» Ελένη, σύζυγο Παναγιώτη.

ΣΧΕΤΙΚΟ:

Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Η κυρία Ελένη-«Λυσιστράτη» (σύζυγος Παναγιώτη), σε νέα ανάρτηση (χαρακτηρισμένη με την ετικέτα «εγκλήματα») του ιστολογίου αυτού!..





Ήταν αρχές της 10ετιας του ’80. Ο Παναγιώτης είχε βάλει μια αγγελία στα ΝΕΑ «Χριστιανός, ζητάει για σύζυγο Χριστιανή». Του απάντησε «σαν χριστιανή» η Ελένη. Η γνωριμία δεν κράτησε πολύ, και ο Παναγιώτης βλέποντας ότι κάτι δεν πάει καλά στην περίπτωση αυτή, ζήτησε να μην προχωρήσουν.

Πέρασε καιρός, και μια μέρα συναντήθηκαν τυχαία στο λεωφορείο. Του ανέφερε ότι αρραβωνιάστηκε με έναν υπάλληλο χριστιανικού βιβλιοπωλείου. Αυτά, τίποτε άλλο, και στο τέλος της διαδρομής (στην Ακαδημία) συνέχισε ο καθένας τον δρόμο του.

Λίγο αργότερα η Ελένη επεδίωξε να συναντήσει τον Παναγιώτη για να του ζητήσει τη βοήθεια του, αφού αυτός γνώριζε πρόσωπα και πράγματα στον εκκλησιαστικό χώρο. Ήθελε να μάθει περισσότερα για τον μέλλοντα σύζυγο της, έναν Κώστα, τον υπάλληλο που λέγαμε, διότι φοβόταν λέει ότι… «δεν πάει καλά στα μυαλά του», αν και ο γάμος τους ήταν λέει πολύ κοντά και ήδη έψαχναν για σπίτι και για έπιπλα. Η Ελένη, ζήτησε από τον Παναγιώτη να πάει στο χριστιανικό βιβλιοπωλείο και να πει τον προβληματισμό της στον Διευθυντή εκεί.

Τι να κάνει ο Παναγιώτης; Την είδε τόσο απελπισμένη! Πήγε λοιπόν και ρώτησε, για να εισπράξει από τον υπεύθυνο εκεί, την απορία: «τόσο καιρό μαζί, και παραμονές του γάμου, πάει να τον βγάλει τρελό τον Κώστα η Ελένη;».

Μέτα από αυτά ο γάμος
ματαιώθηκε, και η Ελένη έγινε σιγά – σιγά, ...της προσκολλήσεως στον κοινωνικό περίγυρο του Παναγιώτη. Του Παναγιώτη, που στην πορεία αυτή των γνωριμιών του, είχε πια βάλει σαν στόχο όχι τόσο την εύρεση μιας χριστιανής (πού να την βρει;) αλλά, έστω, ενός προσώπου με γνήσια φιλικά συναισθήματα.

Αυτή η αφοσίωση της Ελένης, λοιπόν, έκανε τον Παναγιώτη μετά από 5 χρόνια από την πρώτη τους συνάντηση (στον Άγιο Ιωάννη λεωφόρου Βουλιαγμένης), να πάρει την απόφαση ώστε να δεχτεί να έλθουν «εις γάμου κοινωνία», που λένε.

Η Ελένη στο μεταξύ είχε κάτι οικονομίες (έμενε στο νοίκι πρώτα) και είχε αγοράσει με αυτές ένα μικρό διαμέρισμα στη Γούβα. Είχε βέβαια προτείνει προηγουμένως (όταν έκανε παρέα με τον Παναγιώτη) να του δώσει τα χρήματα αυτά, για να χτισθεί ένας όροφος πάνω από την μονοκατοικία του στο Ελληνικό, αλλά εκείνος είχε αρνηθεί.

Έγινε λοιπόν ο γάμος (στον Άγιο Αρτέμιο Γούβας), και το ζευγάρι έμενε στο διαμέρισμα εκείνο της Ελένης. Στο σπίτι του Παναγιώτη το μεγάλο, στην μονοκατοικία, έμενε η μητέρα του. Μετά τον γάμο δε, φιλοξενήθηκε εκεί και η μητέρα της Ελένης, και έμενε μαζί με την μητέρα του Παναγιώτη.

Η μητέρα της, που είχε προβλήματα με τον «γέρο», τον σύζυγο της, στο χωριό στην Εύβοια. Ο μπάρμπα Γιάννης (παρατσούκλι «Μαραγκιάς») είχε τη φήμη του τρελού του χωριού αφού ήταν συνέχεια στα δικαστήρια με τους συγχωριανούς του. Έβγαζε δε συχνά από το σπίτι τη γυναίκα του, όταν τσακωνόταν μαζί της, και αυτή, η «γριά», αναγκαζόταν να κοιμάται πάνω σε μια μουριά στην αυλή… Αποτέλεσμα ήταν να πάθει και άσθμα της πιο βαριάς μορφής.

Αυτήν την κυρία, την κυρα- Σωτηρία, την είχε λοιπόν στο σπίτι του ο Παναγιώτης. Μετά, ήρθε το πρώτο τους παιδί, ο Παύλος. Για χατίρι του τότε, μετακόμισαν στο σπίτι του Παναγιώτη, το ευρύχωρο και το κάπως εξοχικό. Στη συνέχεια «έφυγε» η κυρα-Σωτηρία (η μητέρα της Ελένης), «έφυγε» αργότερα (στα 87 της) και η κυρα-Διονυσία (η μητέρα του Παναγιώτη).

Είχαν περάσει 5 χρόνια από τον γάμο, και τέσσερα από τη γέννηση του Παύλου, γέννηση που ήταν δύσκολη (με καισαρική, δεν ήταν και καμιά μικρούλα η Ελένη), και ήρθε το δεύτερο παιδί, η Ζωή. Η Ζωή, με κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας (παλινδρόμηση ούρων) από ατελή δημιουργία της βαλβίδας. Πρόβλημα, που επέβαλε μακροχρόνια λήψη αντιβιοτικού και συνεχή εξέταση ούρων, σε νοσοκομειακή μονάδα. Το ζευγάρι είχε και ένα φτηνό αυτοκίνητο αγοράσει, και οι «εκδρομές» του, ήταν κυρίως στα εξεταστικά αυτά κέντρα, για τη Ζωή! Αυτή ήταν και η «ψυχαγωγία» του καημένου του 6χρονου Παύλου, αφού εκεί (στο Ναυτικό Νοσοκομείο, στο παιδιατρικό), έβρισκε την ευκαιρία να παίζει στον παιδότοπο του προθαλάμου του εξεταστηρίου.

Η Ελένη, ήταν δημόσιος υπάλληλος (δακτυλογράφος) στο Πολεμικό Ναυτικό, και ο Παναγιώτης (μηχανολόγος – σχεδιαστής) στον ιδιωτικό τομέα, σε ξένες εταιρίες κυρίως (αλλά και στην δημόσια δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση, για μια πενταετία, σαν αναπληρωτής καθηγητής). Τότε η Ελένη, ζήτησε να μετατεθεί, και να έρθει πιο κοντά στον τόπο κατοικίας της, για να ευκολύνεται με το πρόβλημα αυτό της Ζωής. Δυστυχώς, όχι μόνο δεν έγινε δεκτή η παράκληση της αλλά την μετέθεσαν ακόμα πιο μακριά, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί σε παραίτηση. Μετά πήρε και την πρόωρη σύνταξη της (με 15 χρόνια υπηρεσίας στο Δημόσιο), αυτή που δίνουν στις μητέρες με ανήλικα παιδιά.

Ακολούθησε, στην ιστορία μας αυτή, το ευχάριστο γεγονός της πλήρους θεραπείας της μικρής Ζωής. Το ζευγάρι, λοιπόν, συνέχιζε να είναι ενωμένο, και έτσι αντιμετώπιζε τα όποια προβλήματα (υγείας, εργασίας, κλπ).

Και φτάνουμε στην περίοδο της εφηβείας των παιδιών. Η Ελένη, ήταν όλη μέρα στο σπίτι. Δεν φρόντιζε όμως μόνο τα παιδιά, αλλά και τα επηρέαζε αρνητικά, στο να συμπεριφέρονται απρεπώς στον πατέρα.

Τότε ο Παναγιώτης, εργαζόταν στο αεροδρόμιο στα Σπάτα με καλό μισθό (600.000 δραχμές), μισθό που τον κατέθετε στην Ελένη. Δεν τους έλειπε τίποτε! Ο Παύλος, στο γυμνάσιο πια, είχε ό,τι ήθελε, ό,τι θα τον βοηθούσε να κορέσει τη δίψα του για μάθηση στα ηλεκτρονικά (περιοδικά, δίσκοι, υπολογιστής, κλπ), ενώ τη Ζωή (5 χρόνια πιο μικρή, στο Δημοτικό ακόμη), την έγραψε ο πατέρας της σε ιδιωτικό σχολείο, στην «Παμακάριστο». Είχαν μάλιστα αγοράσει και ένα παλιό σπίτι στον Μαραθώνα (μισά – μισά, το ζευγάρι) που το έκαναν κατευθείαν «γονική παροχή» στη Ζωή. Ένα σπίτι που ήταν το χειρότερο στην περιοχή, αλλά που έγινε το καλύτερο σε λίγα χρόνια με την καθημερινή προσωπική εργασία του Παναγιώτη, και με πολλά πρόσθετα χρήματα που κατέβαλε ο Παναγιώτης, από την καλή εργασία που για 5 χρόνια είχε, τότε, σαν σχεδιαστής στο νέο αεροδρόμιο.

Πακτωλός δε χρημάτων ήταν και η αποζημίωση που έλαβε από την Χόχτιφ, στο τέλος του έργου αυτού, το 2000, χρήματα που τα διέθεσε για την οικοδόμηση δυο ακόμη ορόφων (για την άδεια και τα μπετά) πάνω από την μονοκατοικία του στο Ελληνικό, διότι αυτή ήταν και η πίεση προς αυτόν από την Ελένη, «να κάνει κάτι τόσο μεγάλο, για το μέλλον των παιδιών»!.

Μετά το αεροδρόμιο, ο μεσόκοπος πια πατέρας, είχε προβλήματα με την εργασία του. Δεν εργαζόταν συνεχώς αλλά διακεκομμένα, με περιόδους ανεργείας. Τότε ήταν που αυξήθηκε και η αρνητική επίδραση που είχε στα παιδιά η Ελένη σε βάρος του πατέρα. Η απαξίωση δηλαδή προς τον Παναγιώτη, εκτινάχτηκε στα ύψη. Εργαζόταν τότε (2003) σαν σχεδιαστής σε εργοστάσιο μετασχηματιστών στο Κρυονέρι… Και η καταπίεση ήταν τέτοια και τόση, που μια μέρα η «κυρία» Ελένη τον ξεφτίλισε τον Παναγιώτη, διότι τόλμησε ο ταλαίπωρος και έδωσε 5 ευρώ και αγόρασε μια γλάστρα με βασιλικό για να τον μεταφυτεύσει στο εξοχικό της κόρης τους. Είχε τότε μια μανία η Ελένη, να μη ξοδεύεται τίποτε που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την αποπεράτωση της οικοδομής.

Η ίδια όμως δήλωνε θρασύτητα «έχω λεφτά και τα κάνω ό,τι θέλω»... Όταν εκείνη την εποχή πέθανε ο πατέρας της και η ίδια είχε ξεκινήσει δικαστικούς αγώνες μακράς διάρκειας με τα αδέλφια της που τα κατηγορούσε ότι πλαστογράφησαν την διαθήκη του γέρου πατέρα τους, και άρπαξαν αυτοί το «φιλέτο» το πατρικό σπίτι απέναντι από την πλατεία στο χωριό.

Αυτή ήταν η Ελένη!

Η πίεση, λοιπόν, η απαξίωση, η συμπεριφορά των παιδιών που είχαν γίνει υποχείριο της μάνας, έκαναν το Παναγιώτη να ξεπεράσει τα όρια της αντοχής του και να αναγκαστεί να υποβάλει την παραίτηση του από το εργοστάσιο στο οποίο εργαζόταν αφού («με
τούτα και με εκείνα») η προσφορά του σαν εργαζόμενος γινόταν δύσκολη.

Μετά από αυτό, άρχισε ο πόλεμος! Ήταν τότε που η Ελένη πέρασε στην εμμηνόπαυση, και δήλωσε στον Παναγιώτη ότι… δεν είναι πια ερωτευμένη μαζί του, και γι αυτό τον εγκαταλείπει! Εγκαταλείπει συζυγική τράπεζα και κλίνη. Όχι, δεν έφυγε από το σπίτι, αλλά έκοψε κάθε σχέση μαζί του, και… μετακόμισε στο διπλανό δωμάτιο, στο δωμάτιο που είχε η κόρη της, και εκεί έμενε, και κοιμόταν μαζί της… Δίπλα, για να τον έχει κοντά της τον Παναγιώτη, και να τον πολεμάει καθημερινά!

«Ήρθε η ώρα να πάρουμε τα όπλα», δήλωσε απειλητικά η Ελένη, μετά! Άρχισε λοιπόν ένα καθημερινό μαρτύριο για τον Παναγιώτη που τον εκβίαζαν να τους γράψει το σπίτι του. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που είχε! Η «κυρία», είχε τη σύνταξη της, είχε το νοίκι από το σπίτι της, είχε και μεγάλη περιουσία στην Εύβοια - κληρονομία (
εκτός διαθήκης) από την μητέρα της και από τον πατέρα της.

Η αντίσταση του Παναγιώτη στο να υπογράψει, έφερε τη μεθόδευση από τη σπείρα («με τα όπλα») να τον βγάλουν τρελό και να καρπωθούν την σύνταξη (με 10.000 ένσημα) που θα έπαιρνε σε λίγο από το ΙΚΑ ο 60χρονος πια Παναγιώτης. Μεθόδευση, που έπεσε στο κενό αφού οι γιατροί δεν της έδωσαν το «τρελόχαρτο» που μανιασμένα ζητούσε να βγει σε βάρος του Παναγιώτη! Η «κυρία», που και τον ίδιο της τον ανιψιό της (τον Γιώργο, τον γιο της αδελφής της, της Μαρίας) κατηγορούσε για τρελό!

Πριν τρία χρόνια λοιπόν, βγήκε η σύνταξη του Παναγιώτη (1.000 ευρώ) και στην αρχή πήγαιναν «όλα» καλά. Τους έδωσε (στην οικογένεια των διπλανών δωματίων) χρήματα (πήρε 5 μήνες αναδρομικά) για να πληρώσουν τους λογαριασμούς, να αγοράσουν καινούργιες οικιακές συσκευές, μέχρι και κλιματιστικό. Ο νεαρός Παύλος, ζητούσε οικονομική ενίσχυση για τον ηλεκτρονικό του εξοπλισμό (σπουδαστής ΤΕΙ Αθήνας στα ηλεκτρονικά), και την είχε αμέσως. Η δεσποινίς Ζωή (που μέχρι τότε εχθρευόταν θανάσιμα τον πατέρα της, και το έδειχνε) δέχτηκε μια μέρα να την πάει ο Παναγιώτης στην ταβέρνα του κυρ-Γιάννη. Το ίδιο και ο γιος μετά…

Αυτά, δεν καλο-άρεσαν στην Ελένη, και επιζητούσε να βάλει στο χέρι τη σύνταξη του Παναγιώτη για να κάνει εκείνη κουμάντο, και να έχει εκείνη τη μόστρα της προσφοράς στα παιδιά. Έτσι, άρχισε να κατακρατεί τα χρήματα που τις έδινε ο Παναγιώτης για να πληρώνει τους λογαριασμούς. Και, δεν συμμετείχε, και, δεν τους πλήρωνε. Ήταν χειμώνας (πριν 3 χρόνια) όταν άφηνε επίτηδες απλήρωτους τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, με αποτέλεσμα να τους κοπεί το ηλεκτρικό ρεύμα.

Η τρομοκρατία είχε συντελεστεί, αφού ο Παναγιώτης που υποφέρει από άσθμα, ρευματισμούς και αρθριτικά, πανικοβλήθηκε που έμεινε χωρίς φως, χωρίς θέρμανση, ΜΕ ΧΙΟΝΙΑ ΕΞΩ, και δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι να ζητήσει και βοήθεια, καθηλωμένος από λουμπάγκο στο κρεβάτι! Αναγκάστηκε όμως να σηκωθεί, για να παρουσιαστεί στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, όπου τον κάλεσαν μετά από καταγγελία της Ελένης ότι τάχα είναι σκληρός πατέρας που δεν πληρώνει το ηλεκτρικό… Εκεί, απολογήθηκε, έγινε πιστευτός, και η αστυνομία υποχρέωσε την Ελένη να δίνει απόδειξη στον Παναγιώτη όταν της δίνει χρήματα για τους λογαριασμούς, για το μισό του ποσού, αυτού που θα κατέβαλε σαν δική του εισφορά. Έτσι και έγινε!

Αργότερα όμως ο Παναγιώτης, που δεν άντεχε τον εναντίον του καθημερινό ψυχρό πόλεμο εκ μέρους τους, επανήλθε στην καλή του προαίρεση να πληρώνει ολόκληρο το ποσό των λογαριασμών (νερού και ρεύματος) και χωρίς να ζητάει καμιά απόδειξη. Στο μεταξύ, η «ξένη» οικογένεια που κατοικούσε στα διπλανά δωμάτια του σπιτιού του Παναγιώτη, ζούσε μπέικα! Δεν έπαυαν δε ποτέ, να του δίνουν να καταλάβει ότι διεκδικούν το σπίτι… Του πρότειναν μάλιστα, να πάει να μείνει μόνος του στη Γούβα (στο διαμέρισμα της Ελένης) διότι το δωμάτιο του (την κρεβατοκάμαρα, εκεί όπου τον είχαν εγκαταλείψει) το ήθελε η κόρη για γραφείο, η κόρη που στο μεταξύ ήταν και φοιτήτρια της νομικής, πια!

Ζούσαν, και, εχθρικά και προκλητικά. Προκλητικά: Έτρωγαν και έπιναν μόνοι τους… Κάθε καλοκαίρι, πήγαιναν εξοχή μόνοι τους (διπλή: και, σε θάλασσα σε νησί, και στο Μαραθώνα στο βουνό, μετά). Εχθρικά: Του δήλωναν ότι κάποια μέρα «θα πέσει στα χέρια τους», θα βρεθεί δηλαδή στην ανάγκη να θέλει γιατρό και φάρμακα, να μην μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι, και τότε – του έλεγαν – θα αναγκαστεί να τους γράψει το σπίτι του! Εχθρικά και Προκλητικά! Αφού απαλλαγμένοι από τον λογαριασμό της ΔΕΗ, έκαναν σπατάλες με το ρεύμα! Δεν ήταν μόνο η κουζίνα που λειτουργούσε συνέχεια ενώ ο ίδιος αναγκαζόταν να τρώει σε ταβέρνες… Ήταν, και, ο θερμοσίφωνας που έβραζε συνεχώς.

Μπέικη ζωή για την παρα-«οικογένεια». Η «κυρία», που έπαιρνε το χρήμα από τον σύζυγο, δεν του διέθετε καθόλου από τον χρόνο της. Αν ήταν να ασχοληθεί μαζί του, θα ήταν για να του επιτεθεί, για να διεκδικήσει, για να τον βρίσει! Όταν ήταν σπίτι! Διότι την τελευταία πενταετία ασχολείται και με άλλα, εκτός σπιτιού. Κάπου πάει και δουλεύει, και λογαριασμό δεν δίνει στον Παναγιώτη. Αλλά ούτε και στην εφορία θα δίνει, μάλλον. Πάνω στην απαξίωση για τον Παναγιώτη, υπόγραφε εκείνη, και, στη θέση του για τη δήλωση. Και όταν φοβήθηκε που πέρσι την ξεφώνησε, άφησε κενό το μέρος της υπογραφής του συζύγου και την έστειλε με το ταχυδρομείο… Όλο τον χειμώνα δε, τον σταύρωνε τον άνθρωπο, για να υπογράψει και να εισπράξει το επίδομα που δίνεται σε ανθρώπους με χαμηλό εισόδημα. Το «χαμηλό εισόδημα» το δικό τους όμως, ήταν πλαστό αφού η κυρα-«διαχειρίστρια» της δήλωσης, δεν ανάφερε τα εισοδήματα του συζύγου από τη σύνταξη του. Γι αυτό, ο Παναγιώτης δεν υπέγραφε, πάρα την αφόρητη πίεση, να πάρει το επίδομα αυτό.

Ήταν και χειμώνας, και τους παρακαλούσε ο άνθρωπος να τον πάνε στο ΙΚΑ να πάρει τη σύνταξη του (έχουν και πολυτελές αυτοκίνητο) και τον περιφρονούσαν. Ο Παναγιώτης, κόντευε (κυριολεκτικά) να πεθάνει από την πείνα! …Αλλά έτρεξε ο κύριος Γιάννης από την ταβέρνα και του έφερε δωρεάν φαγητό, και μετά από λίγες μέρες τον μετέφερε και στο ΙΚΑ (Γλυφάδας) για να πάρει ο άνθρωπος τα λεφτά του.

Πρόσφατα δε, είχε για την ίδια αιτία μείνει απλήρωτος ο λογαριασμός του νερού (100 ευρώ). Ο άνθρωπος, δεν ήταν πάντα αρκετά δυνατός για να μπορεί εύκολα να κάνει το ταξίδι μέχρι το ΙΚΑ στη Γλυφάδα, που πληρώνει ημέρα Πέμπτη και Παρασκευή. Άλλη Πέμπτη έπεφτε σε απεργία, άλλη Παρασκευή, το ίδιο! Τους παρεκάλεσε λοιπόν να τον πάνε μέχρι το ΙΚΑ, και οι «οικιακοί» του τον έφτυσαν! Τον πίεζαν να πληρώσει τον λογαριασμό του νερού, ενώ οι ίδιοι σκορπούσαν χρήμα από εδώ και από εκεί.

Ο γιος που στο μεταξύ είναι και υπάλληλος σε μεγάλη ξένη εταιρία πληροφορικής, είναι τακτικός πελάτης στο «Πλαίσιο». Η μαμά, καμαρώνει για τον επιστήμονα, και διαδίδει παντού ότι αυτός τους συντηρεί! Και ίσως να καμαρώνει και για το ότι αγόρασαν πριν από λίγες μέρες Χομ-Σίνεμα, έβαλαν και «Νόβα», έστησαν και δυο κλιματιστικά στα δωμάτια τους που δουλεύουν στο φουλ… Στο φουλ, μαζί με τον θερμοσίφωνα και την κουζίνα, τα έξοδα κατανάλωσης των οποίων πληρώνει ο Παναγιώτης…

Ο Παναγιώτης που τους έχει και στο σπίτι του …από το οποίο και θέλουν να τον διώξουν!

Αυτό όμως με τον λογαριασμό του νερού, αυτός ο εκβιασμός που του έκαναν, ξεχείλισε το ποτήρι του ανθρώπου! Τους ζήτησε να συμμετέχουν και εκείνοι από εδώ και μπρος στην πληρωμή των λογαριασμών.

Άλλωστε, ο άνθρωπος ξετινάζεται οικονομικά, αναγκαζόμενος να τρώει έξω κάθε μέρα, και να μετακινείται με ταξί.

Η απάντηση της «κυρίας», ήλθε πριν από λίγο: Με ένα σημείωμα της, που του έριξε κάτω από την πόρτα… Ένα σημείωμα απειλητικό, στο οποίο του γραφει ότι αν δεν συνεχίζει να πληρώνει ΑΥΤΟΣ ολόκληρους τους λογαριασμούς, θα πάει από εβδομάδα στους… «αρμοδίους» να τον καταγγείλει..

Η «Κυρία»!!!..

http://xairete.blogspot.com/


ΣΧΕΤΙΚΑ:

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Βγάζει τρελό τον πατέρα της, γιατί τη συμβουλεύει να κόψει τα ναρκωτικά!


Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Μια φορά και έναν καιρό... (ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ)

ΠΡΩΤΗ Δημοσίευση : 5 Νοεμβρίου 2007 (ΣΤΟ ΕΞΑΦΑΝΙΣΜΕΝΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ "ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ")